• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
go bad v expr informal (food: become rotten) (φαγητό)αλλοιώνομαι, χαλάω, ξυνίζω, μπαγιατεύω ρ αμ
Σχόλιο: επίσης χαλώ
 The fridge broke down and the food in it went bad.
go bad v expr slang (person: start behaving immorally) (μεταφορικά)χαλάω ρ αμ
Σχόλιο: επίσης χαλώ
 She used to be a good girl but she went bad when she met that awful boy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
go from bad to worse v expr informal (worsen)πάω από το κακό στο χειρότερο έκφρ
  (καθομιλουμένη)πάω κατά διαόλου έκφρ
 Since I bought that self-help book my life's gone from bad to worse.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'go bad' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση go bad στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «go bad».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!